Κεφαλαιοποίηση χρέους, εργαλείο εξυγίανσης και ενίσχυσης της επιχείρησης
Βασικό στοιχείο της επιχειρηματικής δραστηριότητας είναι η έννοια της πίστωσης. Οι επιχειρηματικές οντότητες αγοράζουν τις πρώτες ύλες με πίστωση, πωλούν τα προϊόντα ή παρέχουν τις υπηρεσίες τους προς τους πελάτες τους με πίστωση, δανείζονται από τα τραπεζικά ιδρύματα ή ακόμα και από ιδιώτες. Η πίστωση από τους προμηθευτές προσφέρει στην επιχείρηση ευελιξία και έλεγχο της ρευστότητας, η χορήγηση πίστωσης στους πελάτες συνιστά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και επεκτείνει την πελατειακή βάση ενώ η δανειοδότηση ενισχύει την χρηματοδότηση, την επένδυση σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις.
Τι συμβαίνει όμως όταν η επιχείρηση αδυνατεί να ανταποκριθεί στις πληρωμές προς τους προμηθευτές της ή στις δανειακές της υποχρεώσεις και ποιες δυνατότητες έχει έναντι των πιστωτών της, ιδίως όταν η κεφαλαιακή της επάρκεια είναι περιορισμένη; Η άσκηση τυπικών ενδίκων βοηθημάτων, όπως οι ανακοπές κατά πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που έχουν ξεκινήσει, ενδέχεται να προσφέρουν λίγο χρόνο στην επιχείρηση που πολλές φορές όμως δεν μπορεί, εξαιτίας των συνθηκών, να αξιοποιηθεί προς όφελός της, ιδίως όταν οι πιστοληπτικές γραμμές έχουν κλείσει, αντίθετα μάλιστα θα την φέρουν στο άμεσο μέλλον αντιμέτωπη με προσαυξήσεις και τόκους.
Η μία δυνατότητα, η οποία είναι θεσμοθετημένη και έχει με επιτυχία χρησιμοποιηθεί, ειδικά στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν γενικότερα ζητήματα αφερεγγυότητας είναι η προσφυγή στην διαδικασία εξυγίανσης του ν. 4738/2020. Εκεί προβλέπεται ρητά (άρθρο 39 § 1, εδ. β’) ότι περιεχόμενο της συμφωνίας εξυγίανσης μπορεί να αποτελέσει, μεταξύ άλλων, και η κεφαλαιοποίηση των υποχρεώσεων του οφειλέτη με την έκδοση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων. Και μάλιστα με την δυνατότητα να συμφωνηθεί μείωση του μετοχικού (εταιρικού) κεφαλαίου με απόσβεση (διαγραφή) ζημιών. Κατά αυτό τον τρόπο, η οφειλέτρια επιχείρηση μπορεί να προτείνει και να πείσει τους πιστωτές της ότι η συμμετοχή τους στην ίδια την επιχείρηση μέσω της απόκτησης μετοχών (ή εταιρικών μεριδίων) μπορεί και να αποτελέσει έναν τρόπο ικανοποίησης των αξιώσεών τους, ενδεχομένως πιο αποτελεσματικό από την είσπραξη μέρους των απαιτήσεών τους (με διαγραφή του υπολοίπου). Η επιχείρηση κατά τον τρόπο αυτό απελευθερώνεται από το βάρος μίας ή και περισσότερων απαιτήσεων και παράλληλα δέχεται εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και τεχνογνωσία, δεδομένου ότι αυτού του είδους οι συμφωνίες συνήθως συνοδεύονται από συμμετοχή των πιστωτών στα εταιρικά όργανα ή στα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης. Η υγιής πορεία της επιχείρησης μετά την εξυγίανση που περιλαμβάνει κεφαλαιοποίηση μέρους των απαιτήσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε αυξήσεις μετοχικού (εταιρικού) κεφαλαίου με την συμμετοχή των πιστωτών που πια είναι συνέταιροι κάτι που οδηγεί στην εισροή νέων κεφαλαίων.
Πέρα όμως από την θεσμοθετημένη κεφαλαιοποίηση στο πλαίσιο μίας εξυγιαντικής διαδικασίας, είναι συνήθης και η κεφαλαιοποίηση ως αποτέλεσμα της ιδιωτικής βούλησης της επιχείρησης και πιστωτών της. Εδώ η επιχείρηση στην πραγματικότητα «αγοράζει» χρέος της (το οποίο διαγράφει) και «πουλάει» μετοχές, εκδίδοντας νέες (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου). Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στην περίπτωση των ομολογιακών δανείων που έχουν εξαρχής εκδοθεί ως μη μετατρέψιμα σε μετοχές, που αποτελεί συνήθη πρακτική χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, καθώς μέσω αυτών οι επιχειρήσεις μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια χωρίς τις αυστηρές προδιαγραφές των τραπεζικών ιδρυμάτων, προσαρμοσμένα στις ανάγκες και τις δυνατότητές τους και παράλληλα, όσον αφορά τις ανώνυμες εταιρείες, να τύχουν και των φορολογικών προνομίων που προβλέπει ο νόμος. Τα δάνεια αυτά προβλέπουν συνήθως μεγάλη περίοδο αποπληρωμής και ποτέ δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κατά την περίοδο αυτή οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην αποπληρωμή τους ή να αλλάξουν οι επιχειρηματικές τους προτεραιότητες, χωρίς όμως οι καταστάσεις αυτές να αποτελέσουν γεγονότα αφερεγγυότητας ώστε να προσφύγουν στην διαδικασία εξυγίανσης του ν. 4738/2020. Στις περιπτώσεις αυτές η κεφαλαιοποίηση του χρέους ενός ομολογιακού δανείου (debt-equity-swap) σύμφωνα με τις διατάξεις περί του νόμου περί ανωνύμων εταιρειών (ν.4548/2018) παρέχουν την δυνατότητα στην εκδότρια επιχείρηση, κατόπιν απόφασης των εταιρικών οργάνων και με την σύμφωνη γνώμη των πιστωτών που κάλυψαν το ομολογιακό δάνειο, να συνάψουν μία ξεχωριστή συμφωνία (συμφωνία κεφαλαιοποίησης) με την οποία λήγει το ομολογιακό δάνειο και αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις και παράλληλα καθορίζονται οι όροι της υλοποίησης αυτής, μέσω της προκήρυξης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της εκδότριας με ταυτόχρονη παραίτηση των υφιστάμενων μετόχων από το νόμιμο δικαίωμα προτίμησης απόκτησης μετοχών. Έτσι το παθητικό της εκδότριας ουσιαστικά μειώνεται με την μετατροπή ξένων κεφαλαίων σε ίδια. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα αυτή, εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι κατά την ορθή ερμηνεία του νόμου, εταιρείες κάθε νομικής μορφής μπορούν να εκδώσουν ομολογιακά δάνεια με ονομαστικές ομολογίες, με μόνη διαφορά ότι δεν θα εφαρμόζονται ως προς τις λοιπές εταιρείες, πλην των ανωνύμων εταιρειών, τα φορολογικά προνόμια του νόμου.